συμμορφώνομαι
ρήμα1. Ενεργώ σύμφωνα με κανόνες, νόμους, οδηγίες ή απαιτήσεις τρίτων, προσαρμόζοντας τη συμπεριφορά και τις πράξεις μου ώστε να μην παρεκκλίνουν από αυτά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρέπει να συμμορφώνομαι με τους κανόνες του σχολείου.
- Στη δουλειά, συμμορφώνομαι με την πολιτική ασφαλείας για να προφυλαχθώ.
- Για να πετύχει η θεραπεία, συμμορφώνομαι πιστά στη φαρμακευτική αγωγή.
- Σε ορισμένες ομάδες, προσπαθώ να συμμορφώνομαι στο πρότυπο συμπεριφοράς.
- Όταν κάτι με ενοχλεί, δεν συμμορφώνομαι αμέσως· συζητώ πρώτα.
- Για να ισχύσει η άδεια, πρέπει να συμμορφώνομαι με τις προδιαγραφές του προγράμματος.