συμβούλιο

ουσιαστικό

1. Ομάδα ή όργανο ατόμων που συγκροτείται για να λαμβάνει αποφάσεις, να διοικεί ή να διαμορφώνει κατευθύνσεις σε έναν οργανισμό, φορέα ή κοινότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το συμβούλιο αποφάσισε να εγκρίνει τον προϋπολογισμό του δήμου.
  • Το δημοτικό συμβούλιο συνεδριάζει κάθε Τρίτη το βράδυ.
  • Το διοικητικό συμβούλιο εξέλεξε νέο πρόεδρο.
  • Στο συμβούλιο παρουσίασαν την έκθεση οι ειδικοί και απάντησαν σε ερωτήσεις.
  • Το Ευρωπαϊκό συμβούλιο συμφώνησε σε κοινή δήλωση.