στριμώχνω
ρήμα1. Τοποθετώ ή σπρώχνω κάτι ή κάποιον μέσα σε στενό ή περιορισμένο χώρο, ώστε να χωρέσει.
2. Γεμίζω ή πιέζω χώρο ή ομάδα ανθρώπων, κάνοντας τους να βρεθούν σε στενή επαφή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
απελευθερώνω ελευθερώνω αποσυμφορώ αποσυμπιέζω ξεσφηνώνω χαλαρώνω απλώνω απομακρύνω διασκορπίζω ξεφορτώνω διαχωρίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Στη συναυλία, στριμώχνω ανάμεσα στο πλήθος για να φτάσω στη σκηνή.
- Κάθε μέρα στριμώχνω δουλειές στο μικρό μου διάλειμμα.
- Σε εκείνη τη συζήτηση στριμώχνω τον αντίπαλό μου με δύσκολες ερωτήσεις.
- Ως δημοσιογράφος, στριμώχνω τον πολιτικό με επίμονες ερωτήσεις.
- Στη βαλίτσα στριμώχνω τα ρούχα για να χωρέσουν.