στρατιά
ουσιαστικό1. Μεγάλη οργανωμένη στρατιωτική δύναμη, αποτελούμενη από διάφορες μονάδες και υποστηρικτικές υπηρεσίες, ικανή να επιχειρεί ως ενιαίο σώμα σε στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Συνώνυμα
στρατός στράτευμα λεγεώνα σώμα δύναμη σχηματισμός στρατιώτης σύνταγμα τάγμα μοίρα σμηναρχία σμήνος συγκρότημα μπουλούκι κοπάδι αγέλη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η στρατιά προχώρησε προς τα σύνορα.
- Μια στρατιά μαθητών γέμισε το προαύλιο.
- Έχω μια στρατιά υποχρεώσεων σήμερα.
- Στη σύσκεψη παρουσιάστηκε μια στρατιά νέων ιδεών.
- Οι στρατιές που πέρασαν από την περιοχή αποτυπώνονται στην τοπική παράδοση.