στοχάζομαι
ρήμα1. Κατευθύνω όπλο, βολή ή άλλο αντικείμενο προς συγκεκριμένο στόχο με πρόθεση να τον πλήξω.
2. Θέτω ως σκοπό ή στόχο ενέργεια, πράξη ή αποτέλεσμα και οργανώνω τη δράση για να το επιτύχω.
Συνώνυμα
στοχεύω σκοπεύω αναλογίζομαι συλλογίζομαι σημαδεύω αποσκοπώ επιδιώκω στοχοθετώ σκέφτομαι μελετώ διαλογίζομαι αναρωτιέμαι σκέπτομαι σχεδιάζω ζυγίζω προσανατολίζομαι προγραμματίζω επιχειρώ προσβλέπω ψήνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στοχάζομαι να ταξιδέψω του χρόνου.
- Κατά τη διάρκεια της σιωπής στοχάζομαι τις επιλογές μου.
- Στο πεδίο βολής στοχάζομαι με προσοχή πριν πυροβολήσω.
- Πριν δώσω την ομιλία, στοχάζομαι τα κυριότερα σημεία που θέλω να αναδείξω.
- Στη συζήτηση για το σχέδιο, στοχάζομαι πώς θα επιτύχουμε τους στόχους μας.