σπεύδω
ρήμα1. Μετακινούμαι γρήγορα προς κάποιον ή προς κάποιο μέρος με σκοπό να φτάσω το συντομότερο δυνατόν.
2. Αναλαμβάνω ή εκτελώ μια ενέργεια αμέσως και χωρίς καθυστέρηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί σπεύδω στο λεωφορείο για να μην αργήσω.
- Με το τηλεφώνημά της σπεύδω να τη βοηθήσω.
- Όταν άκουσε την είδηση, έσπευσε στο νοσοκομείο.
- Μην σπεύδεις να βγάλεις συμπεράσματα χωρίς στοιχεία.
- Ο εκπρόσωπος σπεύδει να διευκρινίσει την κατάσταση.