σκοτώνομαι

ρήμα

1. Χάνω τη ζωή μου λόγω βίαιου τραυματισμού, επίθεσης ή άλλης αιτίας που επιφέρει θάνατο.

2. Συμμετέχω σε βίαιη σύγκρουση με άλλον/ους, με αποτέλεσμα να προκαλείται σοβαρός τραυματισμός ή θάνατος.

Συνώνυμα

σφάζομαι σφαγιάζομαι αλληλοσκοτώνομαι πεθαίνω πεθαίνομαι χάνομαι εξοντώνομαι εξολοθρεύομαι φονεύομαι διαμελίζομαι ξεκληρίζομαι αφανίζομαι λιώνομαι ξεπατώνομαι καίγομαι καταστρέφομαι τρελαίνομαι αποθνήσκω κοπιάζω μοχθώ πασχίζω πονώ ζορίζομαι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στη σκηνή της ταινίας σκοτώνομαι στο τέλος.
  • Στη δουλειά σκοτώνομαι για να προλάβω τις προθεσμίες.
  • Σκοτώνομαι για εκείνη· δεν μπορώ να βρω ησυχία.
  • Αφού χτύπησα το πόδι, σκοτώνομαι από τον πόνο.
  • Όταν ακούω τα αστεία του, σκοτώνομαι στα γέλια.