σκορπίζω
ρήμα1. Απλώνω ή ρίχνω αντικείμενα, υλικά ή πράγματα σε διάφορα σημεία, με αποτέλεσμα να βρίσκονται διάσπαρτα σε ευρεία περιοχή.
2. Προκαλώ την εξάπλωση ή τη διάχυση συναισθημάτων, εντυπώσεων ή ήχων, ώστε να γίνονται αισθητά σε πολλούς ή σε ευρύτερο χώρο.
Συνώνυμα
διασκορπίζω διασπείρω σκορπάω διαλύω σπαταλώ ξοδεύω εξαπλώνω διαχέω απλώνω μοιράζω πασπαλίζω διασπώ σπαταλάω κατασπαταλώ ρίχνω πετάω χύνω εκσφενδονίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σκόρπισα τα χαρτιά πάνω στο τραπέζι.
- Ο άνεμος σκορπίζει τα φύλλα σε όλη την αυλή.
- Μην σκορπίζεις τα χρήματά σου σε πράγματα που δεν χρειάζεσαι.
- Οι διαδηλωτές σκόρπισαν όταν εμφανίστηκε η αστυνομία.
- Η μουσική σκόρπισε χαμόγελα ανάμεσα στους καλεσμένους.