σιγανός
επίθετο1. Που έχει χαμηλή ένταση ήχου και ακούγεται αμυδρά.
2. Που κινείται, ενεργεί ή συμβαίνει με ηρεμία και αργό, διακριτικό τρόπο.
3. Που εμφανίζει μικρό βαθμό έντασης, ζωηρότητας ή παρουσίας και δεν προκαλεί έντονες αντιδράσεις.
Συνώνυμα
ήσυχος αθόρυβος χαμηλόφωνος σιωπηλός ήρεμος ήπιος ψιθυριστός απαλός μαλακός χαμηλός μειλίχιος λεπτός διακριτικός συγκρατημένος ντελικάτος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μίλησε με σιγανό τόνο.
- Η Μαρία είναι σιγανή και ποτέ δεν τραβάει τα βλέμματα.
- Κράτησε τη φωτιά σιγανή για να μην καούν τα φαγητά.
- Ακούστηκε ένας σιγανός ψίθυρος στην αίθουσα.
- Ένιωσε έναν σιγανό καημό μέσα του.