πρωτεύων
επίθετο1. Που κατέχει την πρώτη ή καθοριστική θέση σε σημασία, αξία ή ρόλο σε σχέση με άλλα.
2. Που προηγείται χρονικά ή βρίσκεται στην πρώτη θέση ιεραρχικά ή ταξινομικά.
Συνώνυμα
πρωταρχικός πρώτος πρωτοπαθής θεμελιώδης μείζων πρωτογενής πρωταγωνιστικός κύριος βασικός κυριότερος προεξέχων κορυφαίος κεντρικός κρίσιμος μέγιστος σημαντικός κυρίαρχος ηγετικός πρωτοπόρος πρωτοκλασάτος ανώτερος σπουδαίος υπέρτερος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πρωτεύων στόχος της ομάδας είναι η εξυγίανση του συστήματος.
- Ο πρωτεύων ρόλος της παράστασης ανήκει στον πρωταγωνιστή.
- Ο πρωτεύων στην κατάταξη προκρίθηκε στον τελικό.
- Στη μελέτη, ο πρωτεύων δείκτης αποτελέσματος ήταν η μείωση των συμπτωμάτων.
- Ο πρωτεύων λόγος της απόφασης ήταν η οικονομική επιβάρυνση.