προφανώς
επίρρημα1. Με τρόπο που καθιστά κάτι σαφές ή εύκολα αντιληπτό, χωρίς ανάγκη για περαιτέρω εξήγηση.
2. Εκφράζοντας συμπέρασμα ή υπόθεση που προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία, ως κάτι αυτονόητο ή αναμενόμενο.
Συνώνυμα
φανερά εμφανώς σαφώς ξεκάθαρα σαφέστατα προφανέστατα προδήλως εμφανέστατα καθαρά φυσικά βέβαια βεβαίως αυτονόητα εξόφθαλμα ασφαλώς λογικά εννοείται αδιαμφισβήτητα αναμφισβήτητα αναντίρρητα φαινομενικά δήθεν πραγματικά κανονικά φυσιολογικά αναμφίβολα πιθανότατα αποδεδειγμένα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απάντηση ήταν προφανώς σωστή.
- Ο Γιάννης, προφανώς, δεν ήρθε γιατί ήταν άρρωστος.
- Δεν μου είπε τίποτα, αλλά προφανώς γνώριζε τα πάντα.
- Από τα στοιχεία που βρέθηκαν, προφανώς το περιστατικό ήταν ατύχημα.
- Θα είμαι εκεί αύριο, προφανώς.