προφανώς

επίρρημα

1. Με τρόπο που καθιστά κάτι σαφές ή εύκολα αντιληπτό, χωρίς ανάγκη για περαιτέρω εξήγηση.

2. Εκφράζοντας συμπέρασμα ή υπόθεση που προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία, ως κάτι αυτονόητο ή αναμενόμενο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απάντηση ήταν προφανώς σωστή.
  • Ο Γιάννης, προφανώς, δεν ήρθε γιατί ήταν άρρωστος.
  • Δεν μου είπε τίποτα, αλλά προφανώς γνώριζε τα πάντα.
  • Από τα στοιχεία που βρέθηκαν, προφανώς το περιστατικό ήταν ατύχημα.
  • Θα είμαι εκεί αύριο, προφανώς.