προσυπογράφω

ρήμα

1. Προσθέτω τη δική μου υπογραφή σε έγγραφο που φέρει ήδη υπογραφές ή απαιτεί συλλογική έγκριση, δηλώνοντας με αυτό τον τρόπο αποδοχή, συμφωνία ή ανάληψη ευθύνης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ προσυπογράφω το αίτημα ώστε να προχωρήσει η διαδικασία.
  • Συνήθως προσυπογράφω τις απόψεις του, γιατί συμφωνώ με τα επιχειρήματά του.
  • Δεν προσυπογράφω καμία δέσμευση χωρίς να έχω διαβάσει το κείμενο.
  • Στη σημερινή σύσκεψη προσυπογράφω την πρόταση για τον προϋπολογισμό.
  • Ως συνιδιοκτήτης προσυπογράφω όλα τα επίσημα έγγραφα της εταιρείας.