προπάτορας
ουσιαστικό1. Πρόσωπο από το οποίο κατάγεται μια οικογένεια ή ένας λαός, που ανήκει σε παλαιότερη γενιά και αποτελεί γενετική ή ιστορική αφετηρία.
Συνώνυμα
πρόγονος πατριάρχης γενάρχης ιδρυτής θεμελιωτής πρωτοπόρος πρωτεργάτης πρόδρομος γονέας πατέρας παππούς μπαμπάς
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο προπάτορας μου καταγόταν από ένα μικρό χωριό στη Μάνη.
- Ο Καποδίστριας θεωρείται ένας προπάτορας του σύγχρονου ελληνικού κράτους.
- Ο προπάτορας του σύγχρονου υπολογιστή κατασκευάστηκε τον 19ο αιώνα.
- Τα απολιθώματα αποκαλύπτουν έναν προπάτορα των σημερινών θηλαστικών.
- Αισθάνθηκε ως προπάτορας μιας νέας καλλιτεχνικής σχολής.