πράκτορας
ουσιαστικό1. Πρόσωπο ή οντότητα που ενεργεί εκ μέρους άλλου, αναλαμβάνοντας διαπραγματεύσεις, συναλλαγές ή διεκπεραιώσεις ως αντιπρόσωπος ή μεσάζων.
Συνώνυμα
αντιπρόσωπος πράκτωρ εκπρόσωπος κατάσκοπος πληρεξούσιος εντεταλμένος μεσίτης μεσάζων διαμεσολαβητής ενδιάμεσος προδότης πληροφοριοδότης συνεργάτης χειριστής επίτροπος παράγοντας πωλητής εκτελεστής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πράκτορας της μυστικής υπηρεσίας απέστειλε την αναφορά αμέσως.
- Ο πράκτορας του ταξιδιωτικού γραφείου μας πρότεινε ένα οικονομικό πακέτο.
- Ο πράκτορας της ασφαλιστικής εταιρείας εξήγησε με υπομονή τους όρους του συμβολαίου.
- Ο πράκτορας του ποδοσφαιριστή διαπραγματεύτηκε το νέο εργασιακό συμβόλαιο.
- Ο πράκτορας ακινήτων οργάνωσε τις επισκέψεις στα διαθέσιμα διαμερίσματα.