ποτό
ουσιαστικό1. Υγρό που προορίζεται για πόση, ώστε να καλύπτει την ανάγκη για ενυδάτωση ή θρέψη.
2. Υγρό που καταναλώνεται για απόλαυση, αναψυχή ή κοινωνική συναναστροφή, το οποίο μπορεί να είναι μη αλκοολικό ή αλκοολικό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Θέλεις να πάμε για ένα ποτό μετά τη δουλειά;
- Έβαλε πάγο στο ποτό πριν το σερβίρει.
- Αυτό το ποτό είναι πολύ γλυκό για τα γούστα μου.
- Προσπαθεί να κόψει το ποτό γιατί του προκαλεί προβλήματα.
- Στην εκδήλωση σερβίριζαν κάθε είδους ποτό.