τσίπουρο
ουσιαστικό1. Αποσταγμένο αλκοολούχο ποτό παραδοσιακά ελληνικής προέλευσης, παρασκευασμένο από την απόσταξη υπολειμμάτων οινοποίησης (στέμφυλα) ή από κρασί, συνήθως διαφανές ή ελαφρώς χρυσαφί και με σχετικά υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ (συνήθως γύρω στο 38–45% vol.), σερβιρισμένο σε μικρά ποτήρια ως ορεκτικό ή συνοδευτικό γευμάτων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το τσίπουρο είναι παραδοσιακό ελληνικό αποσταγματικό ποτό.
- Στο μεζεδοπωλείο σερβίρουν παγωμένο τσίπουρο με θαλασσινά.
- Ο παππούς μας φτιάχνει σπιτικό τσίπουρο κάθε φθινόπωρο.
- Μετά το δείπνο ήπιαμε ένα μικρό ποτήρι τσίπουρο.
- Η συζήτηση έγινε πιο ζωηρή αφού άρχισαν να πίνουν τσίπουρο.