ουίσκι
ουσιαστικόΑποσταγμένο αλκοολούχο ποτό που παράγεται από τη ζύμωση και απόσταξη ζυμωμένων σιτηρών (όπως κριθάρι, σιτάρι ή καλαμπόκι) και συνήθως ωριμάζει σε ξύλινα βαρέλια, αποκτώντας χαρακτηριστικά αρώματα και γεύσεις ανάλογα με τις πρώτες ύλες και τη μέθοδο παραγωγής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μπορείς να μου δώσεις λίγο ουίσκι;
- Παραγγείλαμε δύο ποτήρια ουίσκι στο μπαρ.
- Ένα παλιό μπουκάλι ουίσκι κοσμούσε το ράφι του παππού.
- Του αρέσει το ουίσκι με πάγο, όχι σε κοκτέιλ.
- Η έντονη γεύση του ουίσκι μαρτυρά χρόνια παλαίωσης.