ρούμι
ουσιαστικόΑλκοολούχο ποτό που παράγεται από τη ζύμωση και απόσταξη μελάσας ή χυμού ζαχαροκάλαμου, συχνά ωριμασμένο σε ξύλινα βαρέλια και διακρινόμενο για την ποικιλία γεύσεων και αρωμάτων του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ρούμι στο μπαρ ήταν εξαιρετικό.
- Έβαλε λίγο ρούμι στο κοκτέιλ για έξτρα γεύση.
- Η συνταγή απαιτεί λίγο ρούμι για να αρωματιστεί το παντεσπάνι.
- Δοκίμασαν διάφορα ρούμια από την Καραϊβική σε γευσιγνωσία.
- Φύλαγε πάντα το ρούμι σε σκοτεινό και δροσερό ντουλάπι.