χυμός

ουσιαστικό

1. Υγρό που εξάγεται από φρούτα ή λαχανικά με πίεση, πολτοποίηση ή έκθλιψη, προοριζόμενο για πόση ή για χρήση στη μαγειρική και στη βιομηχανία τροφίμων.

Συνώνυμα

ζουμί ζουμάκι νέκταρ εκχύλισμα ζωμός αφέψημα ρόφημα ποτό αναψυκτικό υγρό γάλα σιρόπι λεμονάδα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο χυμός πορτοκαλιού στο πρωινό είναι φρέσκος.
  • Έριξα λίγο χυμό λεμονιού πάνω στη φρεσκοκομμένη σαλάτα.
  • Οι χυμοί των φυτών κυκλοφορούν στα αγγεία τους.
  • Μόλις έσπασε το καρπούζι και άρχισε να τρέχει χυμός.
  • Στη συνταγή ζητάει δύο κουταλιές χυμού μήλου.