αλκοόλ
ουσιαστικό1. Οργανική ένωση που περιέχει μία ή περισσότερες υδροξυλομάδες (-OH) δεσμευμένες σε κορεσμένα άτομα άνθρακα, σχηματίζοντας τη δομική ομάδα R-OH και αποτελώντας ευρεία κατηγορία χημικών ενώσεων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συγκέντρωση αλκοόλ στο αίμα του ήταν πάνω από το νόμιμο όριο.
- Χρησιμοποίησε αλκοόλ για να απολυμάνει την πληγή.
- Σε αυτό το εργαστήριο, το αλκοόλ λειτουργεί ως διαλύτης για τα οργανικά δείγματα.
- Το αλκοόλ μπορεί να οδηγήσει σε εξάρτηση και σοβαρά προβλήματα υγείας.
- Το αλκοόλ στη μπύρα είναι περίπου 5% κατά όγκο.