λικέρ
ουσιαστικόΑλκοολούχο ποτό με γλυκιά γεύση που παράγεται με έγχυση, εκχύλιση ή απόσταξη αρωματικών ουσιών (φρούτα, βότανα, μπαχαρικά, άνθη) σε αιθυλική αλκοόλη ή βάση οίνου, συνήθως με προσθήκη ζάχαρης ή σιροπιού, και σερβίρεται ως επιδόρπιο, χωνευτικό ή συστατικό κοκτέιλ.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το λικέρ σερβίρεται σε μικρά ποτήρια μετά το δείπνο.
- Η γιαγιά μου φτιάχνει νόστιμο λικέρ από βύσσινα κάθε Χριστούγεννα.
- Πρόσθεσε ένα κουταλάκι λικέρ στην κρέμα για πιο έντονη γεύση.
- Αγόρασα ένα μπουκάλι λικέρ σοκολάτας για δώρο.
- Σε πολλά γλυκά, το λικέρ χρησιμοποιείται ως άρωμα ή επικάλυψη.