ρακί
ουσιαστικόΙσχυρό αποσταγμένο αλκοολούχο ποτό, συνήθως διαυγές, παραγόμενο κυρίως από σταφύλια ή άλλα φρούτα/υπολείμματα οινοποίησης, με παράδοση σε περιοχές της Ελλάδας και της ανατολικής Μεσογείου και σχετικά υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρόσφερε στους επισκέπτες ένα ποτήρι ρακί.
- Η γιαγιά μου φτιάχνει σπιτικό ρακί κάθε φθινόπωρο.
- Μετά από δεκαπέντε ώρες δουλειάς είμαι ρακί.
- Η ασθένεια τον έκανε ρακί, δεν σηκώνεται από το κρεβάτι.
- Δεν έχω ούτε ρακί διάθεσης να βγω σήμερα.