πληροφόρηση
ουσιαστικό1. Η παροχή στοιχείων, δεδομένων και γνώσεων σε άτομο ή ομάδα με σκοπό τη γνωστοποίηση γεγονότων ή καταστάσεων και τη διευκόλυνση λήψης αποφάσεων.
Συνώνυμα
ενημέρωση πληροφορία ειδήσεις είδηση ανακοίνωση ειδοποίηση αναφορά γνωστοποίηση ενημέρωμα δελτίο πληροφοριά χαμπάρι στοιχεία δεδομένα επικοινωνία ίνφο αναγγελία καθοδήγηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πληροφόρηση από το υπουργείο ήταν σαφής και λεπτομερής.
- Παρακαλώ δώστε μου περισσότερη πληροφόρηση για το πρόγραμμα.
- Η πληροφόρηση για τους κινδύνους είναι απαραίτητη πριν από την εκδρομή.
- Έλαβα άμεση πληροφόρηση για την αλλαγή της πτήσης.
- Η ψευδής πληροφόρηση μπορεί να προκαλέσει πανικό.