πλεόνασμα
ουσιαστικό1. Ποσότητα ή μέγεθος αγαθών, πόρων ή χρημάτων που υπερβαίνει τις ανάγκες ή τις απαιτήσεις σε μια συγκεκριμένη κατάσταση.
Συνώνυμα
περίσσευμα περισσεύματα υπόλοιπο υπερπροσφορά υπερπλεόνασμα πληθώρα υπερβολή κέρδη υπερπληθώρα αποθεματικό αφθονία περιθώριο κορεσμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πλεόνασμα του προϋπολογισμού επιτρέπει μειώσεις φόρων.
- Το εμπορικό πλεόνασμα της χώρας αυξήθηκε φέτος.
- Μετά τη γιορτή υπήρχε πλεόνασμα φαγητού που μοιράστηκε στους γείτονες.
- Οι ηλιακοί συλλέκτες παρήγαγαν πλεόνασμα ενέργειας που αποθηκεύτηκε στις μπαταρίες.
- Είχα ένα πλεόνασμα χρόνου και διάβασα ένα βιβλίο.