περιποιούμαι
ρήμα1. Φροντίζω ή ασχολούμαι με τη διατήρηση, την υγεία ή την εύρυθμη κατάσταση προσώπων, ζώων ή αντικειμένων.
Συνώνυμα
φροντίζω προσέχω επιμελούμαι μεριμνώ συντηρώ φιλοξενώ περιθάλπω εξυπηρετώ καλλωπίζω νοιάζω ασχολούμαι στολίζω χτενίζω ταΐζω θρέφω επισκευάζω πλένω καθαρίζω πλακώνω χαϊδεύω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί περιποιούμαι τη μητέρα μου που έχει προβλήματα υγείας.
- Προσπαθώ να περιποιούμαι την επιδερμίδα μου με ενυδατικές κρέμες κάθε μέρα.
- Όταν έρχονται φίλοι στο σπίτι, περιποιούμαι τους καλεσμένους με μεζέδες και κρασί.
- Τα φυτά του μπαλκονιού τα περιποιούμαι κάθε Σαββατοκύριακο.
- Σήμερα περιποιούμαι τα μαλλιά μου πριν από τη συνάντηση.