περιορίζομαι
ρήμα1. Υποβάλλομαι σε μείωση της ελευθερίας, της κίνησης, της έκτασης ή της ποσότητας.
2. Μένω εντός συγκεκριμένου πλαισίου, θέματος ή ρόλου και δεν επεκτείνομαι πέρα από αυτό.
Συνώνυμα
αυτοπεριορίζομαι οριοθετούμαι μειώνομαι συρρικνώνομαι συγκρατούμαι κρατιέμαι περικόπτομαι υπόκειμαι ελαττώνομαι καταστέλλομαι κλείνομαι εγκλωβίζομαι περιθωριοποιούμαι απομονώνομαι συμβιβάζομαι φυλακίζομαι
Αντώνυμα
επεκτείνομαι διευρύνομαι αναπτύσσομαι ξεφεύγω απελευθερώνομαι ανοίγομαι απλώνομαι εκτείνομαι αποδεσμεύομαι κυκλοφορώ αλωνίζω αυξάνομαι τρέχω ξεπερνάω ελευθερώνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Στις γιορτές περιορίζομαι σε λίγα γλυκά για λόγους υγείας.
- Στη δουλειά περιορίζομαι συνήθως σε καθήκοντα γραφείου και δεν συμμετέχω στις εξωτερικές συναντήσεις.
- Λόγω των κανονισμών περιορίζομαι στην είσοδο του κτιρίου μόνο κατά τις ώρες λειτουργίας.
- Ο διαθέσιμος χρόνος μου είναι μικρός, γι' αυτό περιορίζομαι στις βασικές εργασίες.
- Μετά το ατύχημα περιορίζομαι σε σύντομες βόλτες λόγω του τραυματισμού.
- Σε αυτή την έρευνα περιορίζομαι στην ανάλυση των δεδομένων και δεν επεκτείνομαι σε θεωρητικά μοντέλα.