περίσσευμα

ουσιαστικό

1. Υπόλοιπο ποσό ή ποσότητα που μένει μετά από χρήση, κατανάλωση ή διανομή του κύριου μέρους.

2. Ποσότητα αγαθών, πόρων ή χρημάτων που παραμένει αφού καλυφθούν οι τρέχουσες ανάγκες ή απαιτήσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έμεινε περίσσευμα φαγητού μετά το πάρτι, οπότε το δώσαμε σε φίλους.
  • Το περίσσευμα του προϋπολογισμού θα δοθεί για συντήρηση των σχολείων.
  • Έκοψα ένα μικρό περίσσευμα υφάσματος και το κράτησα για επισκευές.
  • Στη διαίρεση 17:5 το περίσσευμα είναι 2.
  • Υπήρχε περίσσευμα προσωπικού για την εκδήλωση, οπότε μερικοί πήραν άδεια.