περίθαλψη
ουσιαστικό1. Παροχή ιατρικής, νοσηλευτικής και συνολικής φροντίδας για τη διατήρηση, αποκατάσταση ή βελτίωση της υγείας και της σωματικής ή ψυχικής κατάστασης ενός ατόμου ή ζώου.
Συνώνυμα
φροντίδα θεραπεία νοσηλεία νοσηλευτική αντιμετώπιση βοήθεια υποστήριξη στήριξη περιποίηση επιμέλεια συνδρομή προστασία αποκατάσταση προσοχή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η περίθαλψη των ασθενών στο νοσοκομείο ήταν άμεση και αποτελεσματική.
- Η δωρεάν περίθαλψη πρέπει να είναι διαθέσιμη σε όλους τους πολίτες.
- Χρειάζεται καλύτερη περίθαλψη για τους ηλικιωμένους και τους χρόνια πάσχοντες.
- Ο τραυματίας έλαβε την απαραίτητη περίθαλψη στο σημείο του ατυχήματος.
- Το κράτος οφείλει να ενισχύει την υγειονομική περίθαλψη στην περιφέρεια.