πεποίθηση

ουσιαστικό

1. Εσωτερική βεβαιότητα ή σιγουριά για την αλήθεια, την ορθότητα ή την αξιοπιστία ενός ισχυρισμού, μιας ιδέας ή ενός γεγονότος, που διαμορφώνει τη γνώμη και την κρίση του ατόμου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πεποίθηση του καθηγητή ότι όλοι μπορούν να μάθουν ενισχύει το μάθημα.
  • Έχω την πεποίθηση ότι θα τα καταφέρουμε.
  • Ο προπονητής είχε πεποίθηση στην ομάδα του.
  • Η πεποίθηση της ότι η ειλικρίνεια είναι απαραίτητη την καθοδηγεί.
  • Μίλησε με πεποίθηση κατά τη διάρκεια της παρουσίασης.