πεπειραμένος
επίθετο1. Που έχει αποκτήσει γνώσεις και δεξιότητες μέσω μακρόχρονης ή επαναλαμβανόμενης πρακτικής, παρατήρησης ή συμμετοχής σε σχετικές δραστηριότητες.
Συνώνυμα
έμπειρος ειδήμων δοκιμασμένος καταρτισμένος εκπαιδευμένος εξειδικευμένος ειδικευμένος ειδικός δεινός φτασμένος προϋπηρετημένος βετεράνος ικανός διαβασμένος προχωρημένος γκουρού
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πεπειραμένος μηχανικός εντόπισε αμέσως τη βλάβη.
- Η πεπειραμένη χειρουργός εκτέλεσε την επέμβαση χωρίς επιπλοκές.
- Στο εργοτάξιο εργάζονται πεπειραμένοι τεχνίτες από διάφορες χώρες.
- Μετά από χρόνια στον χώρο του, έχει γίνει πεπειραμένος στη διαχείριση κρίσεων.
- Η εταιρεία προσλαμβάνει μόνο πεπειραμένο προσωπικό για ευαίσθητα έργα.