παρότρυνση
ουσιαστικό1. Πράξη ή έκφραση με την οποία κάποιος παρακινεί, ενθαρρύνει ή ωθεί άλλον να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια.
2. Λόγος, πρόταση ή στοιχείο που λειτουργεί ως ερέθισμα για την ανάληψη δράσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παρότρυνση του καθηγητή έδωσε θάρρος στους μαθητές να μιλήσουν.
- Λόγω της παρότρυνσης, αποφάσισε να υποβάλει αίτηση για υποτροφία.
- Η παρότρυνση των γονέων βοήθησε το παιδί να μην εγκαταλείψει το χόμπι του.
- Η δημόσια παρότρυνση για εμβολιασμό αύξησε τη συμμετοχή στα κέντρα υγείας.
- Η παρότρυνση για βίαιες ενέργειες τιμωρείται από το νόμο.