παρελαύνω
ρήμα1. Προχωρώ με ρυθμικά, συγχρονισμένα βήματα μέσα σε σχηματισμό, περνώντας μπροστά από θεατές ή επιθεωρητές, συνήθως ως μέρος επίσημης παρέλασης ή στρατιωτικής πορείας.
Συνώνυμα
πορεύομαι βαδίζω βηματίζω περνώ διέρχομαι διαβαίνω διασχίζω προσπερνώ εμφανίζομαι σουλατσάρω περιφέρομαι παρέρχομαι επελαύνω περπατώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι μαθητές παρελαύνουν στην κεντρική λεωφόρο για την εθνική εορτή.
- Η μπάντα παρελαύνει πίσω από το άγημα με περηφάνια.
- Στο κόκκινο χαλί παρελαύνουν διάσημοι σχεδιαστές και ηθοποιοί.
- Στην έκθεση παρελαύνουν πρωτότυπα έργα από κάθε γωνιά της χώρας.
- Κάθε χρόνο στην επέτειο παρελαύνει η συγκίνηση ανάμεσα στους παρευρισκόμενους.