παραπλανώ
ρήμα1. Οδηγώ κάποιον σε λανθασμένη αντίληψη ή πίστη παρουσιάζοντας ψευδή ή παραποιημένα στοιχεία.
2. Κατευθύνω κάποιον να λάβει αποφάσεις ή να συμπεριφερθεί με τρόπο που τον απομακρύνει από την αλήθεια ή το συμφέρον του μέσω παραπλανητικών ενεργειών.
Συνώνυμα
ξεγελάω εξαπατώ παραπλανάω παραπληροφορώ ξεγελώ παραμυθιάζω παρασύρω αποπλανώ αποπροσανατολίζω κοροϊδεύω εμπαίζω σκοτίζω χειραγωγώ παγιδεύω διαστρεβλώνω πειθώ ξεστρατίζω μασκάρω συγχέω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σκόπιμα παραπλάνησα τους επιθεωρητές για να κερδίσω χρόνο.
- Η διαφήμιση παραπλάνησε πολλούς καταναλωτές σχετικά με τα συστατικά του προϊόντος.
- Οι ψευδείς ειδήσεις παραπλανούσαν το κοινό και δημιούργησαν πανικό.
- Παραπλανήθηκαν από τις ψεύτικες κριτικές και επέλεξαν λάθος υπηρεσία.
- Η ομίχλη παραπλάνησε το ραντάρ και το αεροπλάνο προσγειώθηκε σε λάθος διάδρομο.