παρακμάζω

ρήμα

1. Χάνω σταδιακά την ακμή, τη δύναμη ή την ποιότητα, εισερχόμενος σε κατάσταση φθοράς και μειωμένης λειτουργικότητας.

2. Υποβαθμίζομαι σε ηθικό, πολιτιστικό ή οικονομικό επίπεδο, παρουσιάζοντας μείωση επιρροής, αξιοπιστίας και ζωτικότητας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι παλιές συνοικίες της πόλης παρακμάζουν λόγω της εγκατάλειψης.
  • Πολλοί λένε ότι η ηθική της κοινωνίας παρακμάζει τα τελευταία χρόνια.
  • Μετά το κλείσιμο των εργοστασίων, ο τομέας της βαριάς βιομηχανίας παρακμάζει.
  • Αν δεν επενδύσουμε στην εκπαίδευση, ο κλάδος θα παρακμάσει.
  • Δεν πρέπει να επιτρέψουμε να παρακμάσει η παραδοσιακή τέχνη λόγω της αδιαφορίας.
  • Με την αποψίλωση των βιβλιοθηκών παρακμάζουμε τη συλλογική γνώση μας.