πακέτο
ουσιαστικό1. Συσκευασμένη ή δεμένη ποσότητα αντικειμένων ή υλικών προοριζόμενη για μεταφορά, αποστολή ή παράδοση.
2. Κουτί ή δέμα που περιέχει προϊόντα για παράδοση, αποθήκευση ή πώληση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πακέτο που παρέλαβα από τον ταχυδρόμο είχε βιβλία.
- Κλείσαμε ένα πακέτο διακοπών για την Κρήτη.
- Εγκατέστησα το νέο πακέτο ενημερώσεων στον υπολογιστή.
- Αγόρασε ένα πακέτο τσιγάρων από το περίπτερο.
- Το υπουργείο ανακοίνωσε ένα πακέτο μέτρων για την ενίσχυση της οικονομίας.
- Έκλεισα το οικονομικό πακέτο τηλεφωνίας για το σπίτι.