παγιδευμένος
επίθετοΠου βρίσκεται σε κατάσταση από την οποία δεν μπορεί εύκολα να ξεφύγει ή να απελευθερωθεί, λόγω εμποδίου, περιορισμού ή δύσκολων συνθηκών.
Συνώνυμα
αιχμάλωτος εγκλωβισμένος δέσμιος μπλεγμένος πιασμένος περισφιγμένος μπλοκαρισμένος κολλημένος φραγμένος στριμωγμένος κρατούμενος έγκλειστος ακινητοποιημένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο οδηγός ένιωσε παγιδευμένος στην κίνηση και δεν μπορούσε να προχωρήσει.
- Η γάτα έμεινε παγιδευμένη μέσα στο δωμάτιο μέχρι να ανοίξουμε την πόρτα.
- Μετά το λάθος, βρέθηκε παγιδευμένος σε μια δύσκολη κατάσταση χωρίς εύκολη λύση.
- Το αίνιγμα ήταν τόσο δύσκολο που όλοι ένιωσαν παγιδευμένοι.
- Ο διαρρήκτης βρέθηκε παγιδευμένος από την αστυνομία στην έξοδο του κτιρίου.