οπλίτης

ουσιαστικό

1. Αρχαίος βαριά οπλισμένος πεζός στρατιώτης των ελληνικών πόλεων-κρατών, εξοπλισμένος συνήθως με ασπίδα, δόρυ και περικεφαλαία και που μάχεται σε οργανωμένο σχηματισμό (φάλαγγα).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο οπλίτης φορούσε θώρακα και κρατούσε δόρυ στην εκστρατεία.
  • Οι οπλίτες σχημάτισαν τη φάλαγγα στην άσκηση.
  • Μετά την κλήση, έγινε οπλίτης στον Ελληνικό Στρατό.
  • Ένιωσε σαν οπλίτης της δικαιοσύνης όταν υπερασπίστηκε τους αδύναμους.
  • Οι εντολές υποχρέωσαν τον οπλίτη να παραταχθεί.