ομαλά

επίρρημα

1. Με τρόπο χωρίς τριβές, εμπόδια ή διακοπές, που επιτρέπει συνεχή και ανεμπόδιστη εξέλιξη ή λειτουργία.

2. Με τρόπο ομοιόμορφο ή ισορροπημένο, χωρίς εξογκώματα, αποκλίσεις ή ανωμαλίες στην επιφάνεια ή στην κατανομή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

ανώμαλα ακανόνιστα απότομα ζόρικα ασταθώς δυσκολα προβληματικά χαοτικά ταραγμένα άσχημα στραβά ανεπιτυχώς

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μετάβαση στο νέο σύστημα κύλησε ομαλά.
  • Το αυτοκίνητο κινήθηκε ομαλά στον επαρχιακό δρόμο.
  • Οι διαπραγματεύσεις ολοκληρώθηκαν ομαλά, χωρίς εντάσεις.
  • Η ανάρρωση της ασθενούς προχωρά ομαλά.
  • Η θερμοκρασία αυξήθηκε ομαλά κατά τη διάρκεια της ημέρας.