επιτυχώς
επίρρημαΜε τρόπο που ολοκληρώνεται με επιτυχία ή χωρίς αποτυχία, σύμφωνα με τον επιδιωκόμενο στόχο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φοιτητής ολοκλήρωσε επιτυχώς τις σπουδές του.
- Το πρόγραμμα εγκαταστάθηκε επιτυχώς στον υπολογιστή μου.
- Η αποστολή στέφθηκε επιτυχώς με την εκτόξευση του δορυφόρου.
- Η εταιρεία ολοκλήρωσε επιτυχώς τη συγχώνευση με τον νέο της συνεργάτη.
- Το τεστ πέρασε επιτυχώς μετά από αρκετές προσπάθειες.