οδοιπορικό
ουσιαστικό1. Ταξίδι ή διαδρομή από έναν τόπο σε άλλον, συνήθως με συγκεκριμένο προορισμό, σκοπό ή σειρά σταθμών.
Συνώνυμα
οδοιπορία ταξίδι εκδρομή περιοδεία περιήγηση ρεπορτάζ αφιέρωμα αφήγημα ντοκιμαντέρ περιπλάνηση δρομολόγιο προσκύνημα βόλτα γύρος ημερολόγιο πορεία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάναμε ένα οδοιπορικό στα βουνά το σαββατοκύριακο.
- Το οδοιπορικό της δημοσιογράφου προβλήθηκε στο δελτίο ειδήσεων.
- Διάβασα το οδοιπορικό ενός συγγραφέα για τα παλιά χωριά.
- Το οδοιπορικό στην πατρίδα του τον άλλαξε.
- Στο νέο επεισόδιο το οδοιπορικό εστιάζει στην τοπική κουζίνα και τους τεχνίτες.