ξεφτίλισμα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή πράξη κατά την οποία ένα άτομο, ομάδα ή ιδέα υφίσταται δημόσια απώλεια αξιοπρέπειας και κύρους, γίνεται αντικείμενο χλευασμού, ειρωνείας ή κοινωνικής απαξίωσης.
Συνώνυμα
εξευτελισμός εξευτέλωση ταπείνωση ρεζίλι ρεζιλίκι ξεφτίλα διασυρμός διαπόμπευση γελοιοποίηση χλευασμός κοροϊδία εμπαιγμός ντροπή κατάντια ήττα φιάσκο απαξίωση υποβάθμιση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το δημόσιο ξεφτίλισμα του πολιτικού στη συνεδρία προκάλεσε αντιδράσεις.
- Το παλιό πουκάμισο είχε έντονο ξεφτίλισμα στις μανσέτες.
- Μετά το πάρτι το σπίτι ήταν ένα ολοκληρωτικό ξεφτίλισμα.
- Η υπόθεση εξελίχθηκε σε προσωπικό ξεφτίλισμα για την οικογένειά του.
- Ας τελειώσει πια αυτό το ξεφτίλισμα με τις συνεχείς δικαιολογίες.