ξεσκέπασμα

ουσιαστικό

1. Αφαίρεση ή απομάκρυνση κάλυψης, καλύμματος ή στρώματος από ένα αντικείμενο ή χώρο, με αποτέλεσμα αυτό να μείνει ακάλυπτο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το ξεσκέπασμα της κατσαρόλας άφησε να φανεί ο αχνιστός ζωμός.
  • Το ξεσκέπασμα του μωρού έγινε προσεκτικά πριν του βάλουν πιο λεπτή κουβέρτα.
  • Το ξεσκέπασμα της υπόθεσης από τους δημοσιογράφους προκάλεσε πολιτική αναταραχή.
  • Μετά το ξεσκέπασμα του απατεώνα, πολλοί κατήγγειλαν τις οικονομικές τους απώλειες.
  • Το ξεσκέπασμα της πληγής έγινε στο νοσοκομείο από τη νοσηλεύτρια με αποστειρωμένα γάντια.