ξαναέρχομαι

ρήμα

1. Κατευθύνομαι ξανά προς τόπο όπου είχα βρεθεί προηγουμένως, μετά από προσωρινή απομάκρυνση.

2. Παρουσιάζεται πάλι κάτι, όπως γεγονός, συναίσθημα ή ανάμνηση, μετά από διακοπή.

Συνώνυμα

επιστρέφω επανέρχομαι γυρίζω γυρνάω ξαναγυρίζω ξαναγυρνάω υποστρέφω επανεμφανίζομαι ξαναεμφανίζομαι ξαναπερνώ ξανασκάω εμφανίζομαι σκάω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε φορά που ξαναέρχομαι στην πόλη, νιώθω σαν να μην έλειψα καθόλου.
  • Μετά το διάλειμμα ξαναέρχομαι στο θέμα που συζητούσαμε.
  • Ακόμα και μετά τη θεραπεία, ξαναέρχομαι και νιώθω την παλιά μου ενοχή κάποιες νύχτες.
  • Στο καφέ αυτό ξαναέρχομαι κάθε Κυριακή.
  • Αν δεν βρήκα λύση σήμερα, ξαναέρχομαι αύριο με περισσότερα στοιχεία.
  • Όποτε ακούω εκείνο το τραγούδι, ξαναέρχομαι σε εκείνα τα καλοκαίρια.