ξέρω
ρήμα1. Κατέχω πληροφορίες ή γνώσεις για κάποιο πρόσωπο, γεγονός, κατάσταση ή έννοια και μπορώ να τις ανακαλέσω ή να τις χρησιμοποιήσω.
2. Αναγνωρίζω ή διακρίνω πρόσωπο, τόπο ή πράγμα ως ήδη οικείο σε εμένα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ ξέρω την απάντηση.
- Δεν ξέρω να κολυμπάω.
- Τον ξέρω από το σχολείο.
- Ξέρω ότι θα έρθεις.
- Μην ανησυχείς, ξέρω τι κάνω.