ντόπιος
επίθετο1. Που προέρχεται από ή έχει σχέση με τον τόπο όπου ζει ή βρίσκεται, ιδίως όσον αφορά την προέλευση, τα τοπικά χαρακτηριστικά ή τις συνήθειες.
2. Άτομο που κατοικεί ή κατάγεται από έναν τόπο και αποτελεί μέλος της τοπικής κοινότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ντόπιος γνωρίζει καλά τα μονοπάτια του βουνού.
- Οι ντόπιοι υποδέχτηκαν τους επισκέπτες με φιλικό τρόπο.
- Μια ντόπια μας εξήγησε την τοπική παράδοση.
- Η ντόπια κουζίνα του νησιού είναι πλούσια σε ψάρια.
- Το είδος αυτό είναι ντόπιο της περιοχής.
- Η επιχείρηση προτιμά τα ντόπια προϊόντα.