νάρκη
ουσιαστικό1. Εκρηκτική συσκευή τοποθετημένη στο έδαφος ή στο νερό, κρυμμένη ή εμφανής, που ενεργοποιείται με επαφή, πίεση, εγγύτητα ή τηλεχειρισμό και προκαλεί έκρηξη με στόχο καταστροφή, τραυματισμό ή απενεργοποίηση οχημάτων και πλωτών μέσων.
Συνώνυμα
νάρκωση αναισθησία υπνωτικό ναρκωτικό κατασταλτικό κώμα μούδιασμα αποχαύνωση βόμβα εκρηκτικό ύπνος αδράνεια οβίδα φάρμακο ανενεργότητα όπλο υπνάκος χειροβομβίδα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η νάρκη εξερράγη κοντά στο δρόμο.
- Ο τεχνικός απενεργοποίησε τη νάρκη προσεκτικά.
- Ο ασθενής τέθηκε σε νάρκη πριν από την εγχείρηση.
- Μετά το σοκ, ο άντρας έμοιαζε να βρίσκεται σε νάρκη.
- Η οικονομία έπεσε σε νάρκη κατά τη διάρκεια της κρίσης.