μυστικά
ουσιαστικό1. Πληροφορίες, στοιχεία ή γνώσεις που διατηρούνται κρυφές και δεν αποκαλύπτονται σε άλλους.
2. Προσωπικές ή ιδιωτικές υποθέσεις και λεπτομέρειες που προτιμώνται να μένουν κρυφές.
Συνώνυμα
κρυφά λάθρα λαθραία απόρρητα υπόγεια μυστικώς παρασκηνιακά μυστήρια επτασφράγιστα κρυμμένα απαρατήρητα διακριτικά ιδιωτικά σιωπηλά ανεπίσημα ιδιωτικώς χαμηλόφωνα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μου αποκάλυψε τα μυστικά της.
- Το κράτησε μυστικά μέχρι σήμερα.
- Έκαναν μυστικά ραντεβού στο παλιό καφενείο.
- Τα έγγραφα ήταν μυστικά και προσβάσιμα μόνο σε λίγους.
- Γνωρίζει τα μυστικά της μαγειρικής και τα χρησιμοποιεί κάθε μέρα.