μπέμπης
ουσιαστικό1. Μικρό παιδί ή βρέφος, συνήθως αρσενικού φύλου, το οποίο προκαλεί στοργή και φροντίδα από τους ενήλικες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μπέμπης κοιμάται στην κούνια.
- Το παρατσούκλι του είναι μπέμπης.
- Στην παρέα το παρατσούκλι του είναι μπέμπης, παρά τα τριάντα του.
- Μη φοβάσαι, ο μπέμπης θα μάθει σιγά σιγά.
- Το όνομα του κουταβιού είναι μπέμπης.