μουρμουρητό

ουσιαστικό

1. Χαμηλός, απαλός ή ψιθυριστός ήχος που παράγεται από συνεχή ή διακεκομμένη ομιλία, ψίθυρους ή υπόκρουση.

2. Μικρή, σιγανή διαμαρτυρία ή παράπονο εκφραζόμενο με ψίθυρους ή χαμηλό τόνο από ένα ή περισσότερα άτομα.

Συνώνυμα

μουρμούρισμα μουρμούρα ψίθυρος ψιθύρισμα γκρίνια βουητό βούισμα βόμβος σούσουρο θρόισμα μουγκρητό βουή

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κουζίνα γέμισε από το μουρμουρητό των καλεσμένων.
  • Κάτω από το παράθυρο άκουγα το μουρμουρητό του ποταμού.
  • Το μουρμουρητό του ανέμου γέμιζε τη νύχτα.
  • Στην αίθουσα ακούστηκε ένα μουρμουρητό δυσαρέσκειας όταν ανακοινώθηκε η απόφαση.
  • Έκανε ένα μικρό μουρμουρητό και απομακρύνθηκε.