μονιμότητα

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα ή κατάσταση του να παραμένει κάτι σταθερό και διαρκές για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να υπόκειται σε προσωρινές ή συχνές μεταβολές.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι εκπαιδευτικοί αγωνίζονται για την μονιμότητα στη θέση τους.
  • Η μονιμότητα των κλιματικών αλλαγών προβληματίζει ολόκληρο τον πλανήτη.
  • Η δικαστική απόφαση απέκτησε μονιμότητα μετά τη δημοσίευσή της.
  • Για να αισθανθεί ασφάλεια, αναζητά μονιμότητα στην κατοικία του.
  • Οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να διασφαλίσουν τη μονιμότητα των δικαιωμάτων των πολιτών.